ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ (Α')

"Ο ανθός"
Τριγυρνούσε μονάχος για μέρες, τόσες πολλές που ούτε τις μετρούσε πια. Η σκόνη είχε κατακαθίσει και οι βοές των ανθρώπων τριγύρω δεν του ακούγονταν τόσο άγριες. Τις είχε συνηθίσει. Όπως και τον γοργοπόδαρο Βαρδάρη που φύσαγε στους δρόμους και στην καρδιά του και την είχε σμιλέψει σαν τους βράχους του Αιγαίου. Αυτή η πόλη ήταν τόσο μικρή για να χωρέσει τόσες υποσχέσεις και τόσες επιθυμίες. Μα που πήγαινε τόσος κόσμος έτσι βιαστικός;
Εκείνος, λιτός κι απέριττος, είχε τα χέρια άδεια και κλειστά. Δεν προσδοκούσε τίποτα. Το μόνο που του έλειπε από παλιά ήταν οι ακτίνες του ήλιου, και προσδοκούσε να διαλυθούν τα σύννεφα για να ξαναφανούν, να ζεστάνουν τη γη, να καρποφορήσουν τα δέντρα, να ανθίσουν τα λουλούδια, να ξαναβρεί το χαμόγελό του. Σαν μάταια περίμενε τον ήλιο στο καταχείμωνο. Ο βασιλιάς παγετός είχε κλέψει τον χρόνο κι οι άνθρωποι που τώρα είχαν κατακλύσει τους δρόμους κοιτούσαν χαμηλά, μιλούσαν γρήγορα και πηγαινοέρχονταν από τη μια άκρη στην άλλη, σαν προγραμματισμένες μηχανές. Με μια διαφορά: αυτούς δεν τους ευχαριστούσε τίποτα. Έψαχναν κάτι, το έβρισκαν και μετά το παράταγαν γιατί άλλαζαν γνώμη κι ήθελαν κάτι άλλο. Τι παράξενος κόσμος, σκέφτηκε. Τι γλώσσα να μιλάνε; Τι να λένε μεταξύ τους και είναι τόσο δεικτικοί;
Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό κοντοστάθηκε στο κέντρο της πόλης και μετά ανέβηκε τα σκαλοπάτια που βρίσκοντας πίσω του έως την κορυφή. Τώρα έβλεπε τη μάζα των αεικίνητων ανθρώπων που γέμιζαν την πλατεία, καθώς έρχονταν κι έφευγαν, κινούμενοι προς όλες τις κατευθύνσεις. Τα ολόλευκα φώτα της πλατείας δεν προλάβαιναν να φτάσουν στο στρωμένο μάρμαρο γιατί τα απορροφούσαν τα γκρίζα ρούχα των ανθρώπων. Ήταν όλοι τους  ντυμένοι τόσο όμοια! Θα ήταν κάποια μόδα της εποχής, φαίνεται. Χρώμα, γραμμή, ύφος, όλα όμοια, όλα προβλέψιμα.
Έμεινε σιωπηλός να κοιτάζει το πλήθος που τώρα του φαινόταν ακίνητο. Για μια στιγμή ο χρόνος πάγωσε, τα δέντρα δεν τα κουνούσε πια ο αέρας και οι ομιλίες σίγησαν. Σκιάχτηκε από την ακινησία κι ένιωσε στο δέρμα του ένα μούδιασμα. Τα μάτια του γυρνούσαν όπως όπως ο φάρος που ρίχνει φως στα σκοτεινά νερά του πελάγου. Πριν προλάβει να πάρει το βλέμμα του, σταμάτησε απότομα. Στο κέντρο της πλατείας, ανάμεσα στο απέραντο γκρι της μελαγχολίας είδε ένα κόκκινο στίγμα. Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο σαν τη φωτιά, μ’ ένα πράσινο μακρύ κλωνάρι και δυο πλατιά φύλλα, ένα σε κάθε πλευρά.
Ανασήκωσε το βλέμμα του να δει ποιος το κρατούσε. Ποιος ενοχλούσε μ’ αυτό το ονειρικό χρώμα τη μονοτονία της μίμησης; Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς οι πάγοι της έλιωναν αργά στάζοντας έναν ποταμό από αγιάτρευτα δάκρυα, όσα και τα χρόνια που τριγυρνούσε τα αμέτρητα, τα οποία πέφτοντας έσμιγαν με τις στάλες που έβγαζε ο αέρας έξω απ’ το σιντριβάνι.
Ήταν ένα κορίτσι ντυμένο στα μαύρα. Το τριαντάφυλλο που κρατούσε στο στήθος έντυνε με λαμπρότητα την αιθέρια παρουσία της. Τι παράξενη ομορφιά! Σαν μια πριγκίπισσα που βγήκε από κάποιο παραμύθι της Ανατολής, μια λατρεμένη κόρη, μεγαλωμένη με χυμούς και μέλι! Έμεινε να την κοιτάζει και αυτή έστεκε ακίνητη και τόσο ξεχωριστή από το μαρμαρωμένο πλήθος γύρω της. Και τότε έγινε το θαύμα! Ο συννεφιασμένος ουρανός  άνοιξε μια χαραμάδα για να περάσουν οι ακτίνες του ήλιου και να λούσουν τα μαύρα της μαλλιά. Το φως αγκάλιασε σαν φωτοστέφανο το κεφάλι της διαλύοντας τα σκοτάδια και σκόρπισε το γκρίζο της μοναξιάς στου πέντε ανέμους. Η «πριγκίπισσα» του φανέρωνε την αλήθεια που κελαηδούσαν τα αποδημητικά πουλιά, όταν έφταναν στη χώρα την άνοιξη για να τραφούν με τους πλούσιους καρπούς της. Μα τι γυρεύει ένα τέτοιο πλάσμα εδώ; αναρωτήθηκε.
Τώρα πια, ο αέρας είχε γλυκάνει κι οι διαβάτες άρχισαν να κινούνται και πάλι. Έφευγαν βιαστικά προς κάθε κατεύθυνση κρατώντας την πλατεία τόσο γεμάτη που δεν άφηναν κανένα διάδρομο ανοικτό. Εκείνος κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά, περνώντας ενοχλητικά ανάμεσα στους διερχόμενους όπως μπορούσε. Την πλησίαζε. Κι όταν το πλήθος την έκρυψε κοίταξε ψηλά κι άφησε το ουράνιο φως να του δείχνει τον δρόμο.
Ο κόσμος που περνούσε συνέχιζε να του κλείνει τον δρόμο αλλά εκείνος σκούνταγε με πείσμα κάθε ανθρώπινο εμπόδιο, έμπαινε σε όποιο κενό έβρισκε και πλησίασε στο κέντρο της πλατείας. Μόλις διέσχισε, με κόπο, τα τελευταία μέτρα, άφησε πίσω του τη βοή και σήκωσε τα μάτια του στο θαύμα που βρισκόταν μπροστά του. Το κορίτσι με το τριαντάφυλλο γύρισε και τον κοίταξε. Την πλησίασε νιώθοντας τη ζεστασιά που εξέπεμπε το στεφάνι της. Είχε μπει στον κύκλο του φωτός. Τώρα οι άνθρωποι τριγύρω συνέχιζαν να κινούνται με βιασύνη και θόρυβο, εκεί μέσα όμως ο χρόνος σταμάτησε. Μια αόρατη ατμόσφαιρα τους χώριζε πια από τον έξω κόσμο.  Τα μαλλιά της έπεφταν απαλά στους ώμους της και τα μάτια της σπινθήριζαν από νιότη και ζωντάνια. Καθρέφτιζαν με τρόπο μονοσήμαντο γαλαξίες και αστρικά νεφελώματα. Συνέχιζε να τον κοιτάζει με βλέμμα ηλεκτρικό.
Κράτησε την αναπνοή του. Την ήξερε. Την είχε ονειρευτεί.

Το κορίτσι με το τριαντάφυλλο Β': Το αγκάθι

Comments

Popular posts from this blog